Πρωτοβουλία εκπαιδευτικών
για μια οριζόντια - αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική δράση

 

Δ΄ ΣΥΓΚΛΗΣΗ

ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ-ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ Δ.Σ. ΤΩΝ ΕΛΜΕ -19/12/06

Ιστοσελίδα: www.protovoulia.net  e-mail: protovoulia.net@gmail.com

Αγαπητοί συνάδελφοι

Διανύουμε μια εποχή που στην Ελλάδα καταγράφεται: συρρίκνωση του δημόσιου τομέα,  απομάκρυνση του πολίτη από συλλογικές διαδικασίες, αυξανόμενη ατομιστική συμπεριφορά σε κοινωνικά προβλήματα, ανάλογες ιδεολογικές ζυμώσεις στα κόμματα και στην κοινωνία. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον η ΠΑΙΔΕΙΑ συνεχίζει να καρκινοβατεί, το ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΧΟΛΕΙΟ εμποτίζεται άτυπα/τυπικά, αλλά σταθερά, με κανόνες ιδιωτικού δικαίου, ενώ οι κατ’ αρχήν εμπλεκόμενοι, συμφωνώντας ότι κάτι δεν πάει καλά, εμφανίζουν πλήρη διάσταση απόψεων περί του πρακτέου:

ΥπΕΠΘ: Κάνουμε το καλύτερο και το ανθρωπίνως δυνατό, φταίει η έλλειψη κινήτρων, ο κακός συνδικαλισμός και η συντεχνιακή πρακτική που κρατά καθηλωμένο το επίπεδο της παιδείας. ΔΑΣΚΑΛΟΙ-ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ: Δουλεύουμε με αυταπάρνηση και υψηλό αίσθημα ευθύνης, η Πολιτεία έχει την ευθύνη που δεν δίνει το 5% του ΑΕΠ στην Παιδεία. ΓΟΝΕΙΣ-ΜΑΘΗΤΕΣ-ΦΟΙΤΗΤΕΣ: Μέτριο το επίπεδο της παιδείας, οι ευθύνες ανήκουν στην Πολιτεία και στο Εκπαιδευτικό Προσωπικό, χρηματοδότηση της Παιδείας με 5%.

 

Πώς καταγράφηκαν τα συνδικαλιστικά και κοινωνικά μας αδιέξοδα στην πρόσφατη απεργία δασκάλων-καθηγητών.

Την στιγμή που μεγάλο σχετικά τμήμα της κοινωνίας επικροτούσε το (μόνο σαφές, αλλά δειλό) αίτημα για μισθολογική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών, η ΟΛΜΕ συρόταν από τη ΔΟΕ σε μια απεργία που φαινόταν να μην πίστευε. Ο συνήθης κατάλογος αιτημάτων εμφανιζόταν για άλλη μια φορά ως άλλοθι της μισθολογικής αναβάθμισης. Επρόκειτο για τη σειρά αιτημάτων που υποδήλωνε ότι η ευθύνη για τα κακώς κείμενα της παιδείας ανήκει μόνο στην πολιτεία. Εκ των πραγμάτων, η επιτυχία της απεργίας μετατοπίστηκε στο επικοινωνιακό-τηλεοπτικό πεδίο. Τη στιγμή που οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι δυσκολεύονταν να εξηγήσουν με ποιο τρόπο το 5% του ΑΕΠ αποτελεί ικανή, αναγκαία και μοναδική συνθήκη για την αναβάθμιση της παιδείας, στελέχη του ΥπΕΠΘ και της κυβέρνησης εξέπεμπαν γενικές κατηγορίες υπό μορφήν υπονοούμενων για ανεύθυνους εκπαιδευτικούς που νοιάζονται μόνο για τις αποδοχές τους, πιστώνοντας στους εαυτούς τους τα εύσημα για την «ανθρωπίνως δυνατή» καταβαλλόμενη προσπάθεια ανασύνταξης της παιδείας. Οι δημοσιογράφοι δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να μπουν στην ουσία του ζητήματος (δεν έγινε ούτε ένα στρογγυλό τραπέζι για τα ζητήματα της παιδείας α΄ και β΄ βαθμίδας), ούτε να ρωτήσουν τους κυβερνητικούς παράγοντες για το ποιες είναι οι επιτυχίες του ΥπΕΠΘ στις οποίες αναφερόταν. Η αναντιστοιχία ηγεσίας ΟΛΜΕ - συνδικαλιστικής βάσης φάνηκε καθαρότερα όταν φτάσαμε στα όρια της κοινωνικής κούρασης από την απεργία ως 1ο θέμα της ειδησεογραφίας και όχι ως κοινωνικό διακύβευμα. Η αγωνιστική διάθεση της βάσης, εγκλωβισμένη από τις αδυναμίες διατύπωσης-υποστήριξης-προβολής των αιτημάτων, μη βρίσκοντας διαφυγή προς την κοινωνία, έμεινε ενεργό ηφαίστειο να αναμένει μελλοντικά στοιχεία ερεθισμού. Η περίφημη «αναπλήρωση των χαμένων διδακτικών ωρών» ήρθε να επιβεβαιώσει το επίπεδο στο οποίο μια ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία τοποθετεί τις προτεραιότητες της παιδείας. Σ’ ένα πλαίσιο πλειοδοσίας υπευθυνότητας ημών και ανευθυνότητας υμών, ΥπΕΠΘ και ΔΟΕ τοποθετήθηκαν περισσότερο ή λιγότερο πειστικά για το «φλέγον» ποσοτικό θέμα. Ένα θέμα που «ταλανίζει» εδώ και δεκαετίες την παιδεία, καταστώντας την σταδιακά εκπαίδευση, κι αυτήν όμως με αμφίβολη ποιότητα.

 

Η ταυτότητα και το ιστορικό της «Πρωτοβουλίας»

Μέσα στο πλαίσιο που -με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα-  περιγράφηκε, η «ΠΕκΟρΑΣυΔ» εμφανίστηκε ένα χρόνο πριν, με τον κοινότυπο τίτλο «πρωτοβουλία», θέλοντας να τονίσει την αναγκαιότητα της πρωτογενούς ανάδειξης των ζητημάτων από τη βάση, στοιχηματίζοντας έτσι στην πλήρη επιβεβαίωση του τίτλου της. Η αντίληψη που τη διαπνέει ορίζεται στην κατ’ αρχήν εξατομικευμένη θέση/δράση, προχωρεί με επιλεκτική συμπόρευση όπου και ανατροφοδοτείται, για να ολοκληρωθεί σε θέσεις/δράσεις με τελικό αποδέκτη μιαν ευρύτερη κοινωνική συναίνεση. Με άλλα λόγια, μια «Πρωτοβουλία» δεν εστιάζει στα συνδικαλιστικά αιτήματα με τον παραδοσιακό τρόπο, ως «περιχαρακωμένη πρακτική», αλλά, ως «κατ’ έννοιαν δράση» που διεκδικεί κοινωνικά αιτήματα μέσα από ένα προσωποκεντρικό μοντέλο, διοχετεύοντας τις προσωπικές θεωρήσεις ενός εκάστου σε μια προοπτική κοινών θέσεων και πολιτικών πρακτικών. Δεν αρνείται δογματικά τον ρόλο των κομμάτων, στέκεται  όμως  κριτικά σ' έναν κομματικά περιχαρακωμένο συνδικαλισμό, που εκτός της συνεπαγόμενης παθολογίας του, τείνει προοδευτικά να εκφράζει/υπηρετεί γραφειοκρατικές δομές και απολιτικές φιλοδοξίες, στα όρια της στενής συλλογικότητας ή ακόμα και της εξατομικευμένης αντίληψης.

Το Δεκέμβριο του 2005 η «Πρωτοβουλία» παρενέβη για πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά πράγματα, δίνοντας και το πολιτικό της στίγμα με το κείμενο της Α΄ Σύγκλησης και με αφορμή τις εκλογές για ανάδειξη Δ.Σ. της Δ΄ ΕΛΜΕ Θεσ/νίκης. Εκεί εκφράστηκε η ανάγκη απεγκλωβισμού των συνδικαλιστικών μας πρακτικών από μια στατική εκδοχή της κομματικής περιχαράκωσης. Στο διάστημα Μαρτίου-Ιουνίου 2006 η «Πρωτοβουλία» είχε την πρώτη και επιτυχή δράση της. Μέσα από ένα μακρύ, δύσβατο δρόμο κατόρθωσε να ανακόψει τη αιφνίδια, έκνομη εισχώρηση εμπορικών και ιδιοτελών συμφερόντων στην παιδεία και μάλιστα στον χώρο της μουσικής, που έτεινε να μετατραπεί από χώρο μουσών σε χώρο εκφυλισμένης, αγοραίας εκδοχής της, με δέλεαρ το πεντάλεπτο της δημοσιότητος, super bonus την «επαγγελματική ευκαιρία» κι αυτά, σε ευτελή συσκευασία. Η κλαδική/κοινωνική συμπαράταξη που επιτεύχθηκε, αποδείχθηκε ποιοτικά ικανή για να αντιπαρατεθεί στη ένταση της ιδιωτείας όπως αυτή εκφράστηκε από ένα τηλεοπτικό, κρατικό προϊόν, ασύμβατο με την παιδεία που, δυστυχώς, υποστηρίχθηκε από διοικητικούς της παράγοντες.

 

Γενικές θέσεις της ΠΕΚΟΡΑΣΥΔ όπως προκύπτουν από την ιδρυτική της διακήρυξη και τις έως τώρα δράσεις της.

§         Η παιδεία είναι θεμελιώδες δημόσιο αγαθό. Εξ ορισμού μερικά πράγματα ανήκουν στο κοινωνικό σύνολο, αλλιώς δεν έχει νόημα η ύπαρξη οργανωμένης κρατικής δομής. Η εισχώρηση ιδιωτικών πρακτικών, η σύμπραξη με ΝΠΙΔ ή ΝΠΔΔ, δεν είναι πανάκεια και φυσικά δεν μπορεί να παραβιάζει την υπάρχουσα νομοθεσία.

§         Η παιδεία είναι τόσο περισσότερο δημόσια, όσο περισσότερο την διαφυλάσσουν οι μετέχοντες σ’ αυτήν. Όσον αφορά στην α΄ και β΄ βαθμίδα παιδείας, κρίνουμε πως κάθε νομοθεσία μπορεί να συμπληρώνεται από μια πρωτοβουλία των εκπαιδευτικών στην κατεύθυνση αναβάθμισης του δημόσιου σχολείου. Σημειώνοντας την απουσία γενικευμένου κοινωνικού αιτήματος για κατάργηση της ιδιωτικής παιδείας στις δύο πρώτες βαθμίδες, καταθέτουμε τον προβληματισμό μας για το κατά πόσο η ιδιαιτερότητα της τριτοβάθμιας παιδείας (εξειδίκευση, επιστημονικό έργο, ακαδημαϊκή ελευθερία) αποτελεί ή όχι ικανή αιτία  απόσπασης  της από τον κρατικό εναγκαλισμό. Ο κίνδυνος για ολοκληρωτική μετάλλαξη της παιδείας σε εμπορεύσιμο αγαθό είναι υπαρκτός και δεν τροφοδοτείται μόνον από το ενδεχόμενο ίδρυσης μη κρατικών ΑΕΙ, παρ’ ότι η κοινωνική δυναμική  που καλείται να υποδεχθεί τη συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 16, ευνοεί την πανηγυρική εισχώρηση των ιδιωτικών συμφερόντων σ’ όλες τις  δομές της Παιδείας. Ζητούμενο παραμένει η οριοθετημένη λειτουργία κάθε ΑΕΙ, ώστε η τριτοβάθμια παιδεία να διατηρήσει το δημόσιο χαρακτήρα της, με καθολική δυνατότητα πρόσβασης, χωρίς αποκλεισμούς των οικονομικά ασθενέστερων, χωρίς μετατροπή της επιστημονικής και τεχνολογικής παιδείας σε εμπορικό προϊόν. Η διεκδίκηση μιας τέτοιας παιδείας από τους λειτουργούς της, όταν συνοδεύεται από αξιοκρατία, ακεραιότητα, εργατικότητα, αυτοκριτική και αξιολόγηση του έργου της, δεν μπορεί να έχει αντίπαλο.

§         Μια δημόσια παιδεία δεν μπορεί, παρά να παρέχεται δωρεάν στο κοινωνικό σώμα υπό την έννοια της ανταποδοτικότητας σε μια κοινωνία ισονομίας. Η αρχή αυτή  συνεπάγεται (και) την έμμεση αναδιανομή του πλούτου, με τη μορφή του θεμελιώδους πνευματικού αγαθού της γνώσης, που οδηγεί τον πολίτη στην ευημερία και εκλογικεύει το αίτημα της ελευθερίας. Ο πλεονασμός του γνωστού συνθήματος «Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία», η «πολιτική» εμμονή στην επί ματαίω επίκληση της «δωρεάν» παιδείας, μάλλον διαχέει την φαντασίωση μιας παιδείας που προσπαθεί κατ’ όνομα να γίνει δημόσια, έχοντας ήδη καταγραφεί στις συνειδήσεις ως επιμερισμένη ιδιωτική υπόθεση. Κάτι τέτοιο είναι γνωστό τοις πάσι ότι συμβαίνει. Το δείχνουν οι δεκαετείς στρεβλώσεις που έθρεψαν την κάθε λογής παραπαιδεία, αναδεικνύοντας προοδευτικά την κοινωνική γύμνια της γραφειοκρατικής κεντρικής δομής της «δημόσιας» παιδείας και την ολοένα αυξανόμενη απόστασή της από τις περιφερειακές κοινωνικές συντεταγμένες. Η έκπτωση αυτή εκφράζεται στους όλο και χαμηλότερους προϋπολογισμούς του κόστους της (3,1% επί του ΑΕΠ ο τελευταίος). Ως κοστολόγηση αλλά και ως υπεραξία η παιδεία είναι ένα πανάκριβο αγαθό. Η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού επιτάσσει την άμεση συστράτευση για την διαφύλαξη και ευόδωση της δημόσιας παιδείας, την εύρυθμη και διαφανή διαχείριση των πόρων, τον απεγκλωβισμό από τις ευτελισμένες, ανέξοδες «δημόσιες»-ιδιωτικές πεπατημένες, που σήμερα,  (λόγω των απολιτικών κεντρικών μεταρρυθμίσεων και των αναξιοκρατικών-συντεχνιακών πρακτικών),  επικρατούν.

§         Το ταμπού της «αξιολόγησης» στο Σύστημα Παιδείας μας, υποδηλώνει την αποδοχή της τελμάτωσης και της ισοπέδωσης του. Οι φόβοι για μη «αντικειμενική» αξιολόγηση δεν μπορούν να ισοσταθμίσουν παγιωμένους αρνητικούς δείκτες, (όπως η χαμηλή θέση της παιδείας μας στον ΟΟΣΑ), ούτε να νομιμοποιήσουν κοινωνικά, την επικαλούμενη αντικειμενικότητα της τρέχουσας αξιολόγησης μαθητών και φοιτητών από τους διδάσκοντες. Οι προταθείσες, ανέξοδες πρακτικές αξιολόγησης εξαντλούνται ως επί το πλείστον στην κάθετη και μονόπλευρη αξιολόγηση προσώπων, αναπαράγοντας, τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος που εκφράστηκαν με τον θεσμό του επιθεωρητή. Απαιτούνται συγκεκριμένα σχέδια στοχοθετήσεων, σε μερικό και συνολικό επίπεδο, τα οποία σήμερα καταφανώς απουσιάζουν. Οι εμπλεκόμενοι  ως φορείς, ως άτομα και ως συλλογικότητες θα πρέπει εκατέρωθεν να αξιολογούνται και να αξιολογούν, σε κάθετη και σε οριζόντια διάταξη, αλλά και σε τακτική και διαρκή βάση ως προς τη διαδικασία αλλά και ως προς το επίπεδο επίτευξης των στόχων τους. Οι άτολμες, αντιφατικές, «προοδευτικές» επικλήσεις του κινδύνου μιας τυχόν ενσωμάτωσής μας (σ’ ένα σύστημα που από τη μια υπηρετείται  ως  λειτούργημα  κι απ’ την άλλη  παρέχει σταθερή - κακοπληρωμένη εργασία), μάλλον φοβική άρνηση για την όποια μετατόπιση των ορίων του συστήματος υποδηλώνει, σαν το σκυλί που γαυγίζει, αλλά στα δύσκολα βγάζει την ουρά του απ’ έξω.

§         Η ιεράρχηση των παιδευτικών στόχων δεν μπορεί να διαφέρει από τη θεωρία στην πράξη. Όλοι οι παράγοντες της παιδείας συμφωνούν ότι οι δύο στόχοι που αφορούν την α/βάθμια και β/βάθμια παιδεία είναι: α) Πολιτισμική/ηθική διάπλαση και κοινωνικοποίηση, β) παροχή γνώσεων και δεξιοτήτων, με το βάρος σταδιακά να περνάει από τον πρώτο στόχο στο δεύτερο. Η θεωρία όμως διαφέρει από τη πράξη, όπως εύκολα διαπιστώνουμε. Ο ευτελισμός του δεύτερου στόχου κυριαρχεί στην εκπαιδευτική πρακτική, εξοβελίζοντας οποιαδήποτε «μη γνωστική» διαδικασία εκτός ωρών διδασκαλίας. Τα παραπάνω σημαίνονται εμφατικά στα λεγόμενα «πολιτιστικά προγράμματα», στις «καινοτόμες δραστηριότητες», στο «κρυφό πρόγραμμα». Στην καλύτερη περίπτωση, οι θεμελιώδεις ανθρωπιστικοί στόχοι της παιδείας αφήνονται ανεξέλεγκτοι στην «ευέλικτη ζώνη» της α/βάθμιας, για να επιβεβαιωθεί και πάλι, ότι η μόρφωση κατακερματίζεται σε γνώση και πολιτισμό με τον δεύτερο να συμπληρώνει τα κενά, εάν και εφ’ όσον βρεθεί ο χρόνος για να πραγματωθεί. Από τη μια πλευρά λοιπόν έχουμε τις συχνές, πομπώδεις, αυτάρεσκες εξαγγελίες για «βιωματική διδασκαλία», «σχολεία τέχνης και πολιτισμού», «προτεραιότητα της ηθικής διάπλασης», να ακυρώνονται από τις αγωνιώδεις ανακοινώσεις για «εξετάσεις», «ύλη», «πρωτεύοντα μαθήματα», «κάλυψη των κενών»..., αποδεικνύοντας με την αντίφαση αυτή πόσο αντικρουόμενα θεωρούνται τα μεν από τα δε, πόση ποιότητα μπορούμε να χωρέσουμε σε κάθε μονάδα ποσότητας. Από την άλλη πλευρά, η λεγόμενη γνώση, ακόμα κι όταν υπερβαίνει τη στείρα πληροφορία και την απομνημόνευση, έρχεται κατακερματισμένη, να αναζητήσει άλλοθι στο νέο δόγμα της «διαθεματικότητας». Πόσο όμως εφαρμόζεται κι αυτή;

 

«Όπως καταγγέλλουν οι κάτοικοι…»  -  «Αμάρυνθος και επιμόρφωση»

Σε μια περίοδο κρίσης των δημοκρατικών θεσμών, συγκεντρωτισμού της πολιτικής εξουσίας, υποβάθμισης του κοινοβουλευτισμού και της δικαστικής εξουσίας, οι πολίτες σπεύδουν ολοένα και περισσότερο στην (τέταρτη) εξουσία του Τύπου (και μάλιστα της τηλεόρασης) για να αφυπνίσουν την κοινή γνώμη και να δημιουργήσουν κοινωνικό μέτωπο. Τι εισπράττουν συνήθως; μια εκμετάλλευση του πόνου, της εγκατάλειψης, της αδικίας. Παρανομία και απανθρωπιά γίνονται εμπορεύσιμα είδη.  Η ανακύκλωση της κοινωνικής παρακμής συνοψίζεται στη φράση «Όπως καταγγέλλουν οι κάτοικοι…», όπου ο «δημοσιογράφος»-Πόντιος Πιλάτος αντί να ερευνά και να παίρνει θέση, απλώς ερεθίζει το κοινό ώστε να κερδίσει ο εργοδότης του από την αυξημένη τηλεθέαση. Η παιδεία δεν είναι απλώς σοβαρή υπόθεση, αλλά αφορά το κοινωνικό σύνολο και το μέλλον του (και) στο οικονομικό επίπεδο. Δεν είναι δυνατόν ν’ αφήνουμε την ανάδειξη των ζητημάτων της σε τρίτους ή σε μια πλαδαρή μορφή δημοσιογραφίας. Η δημοκρατική λειτουργία των συλλόγων διδασκόντων, η διακριτή παρουσία και παρέμβαση των μαθητικών κοινοτήτων και συλλόγων γονέων/κηδεμόνων, η  αμεσότερη συμμετοχή  των Σχολικών Συμβουλίων, η δημοκρατική, διαφανής και αξιολογούμενη λειτουργία των Σχολικών Επιτροπών μπορούν να αποτελέσουν την απαρχή της κοινωνικής διείσδυσης των εκπαιδευτικών θεμάτων. Ένα ανανεωμένο συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να συντελέσει τα μάλα ώστε να ξεφύγουμε από την αναγωγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο επίπεδο του baby sitting[1] και από τον καταλογισμό της ευθύνης για κάθε «Αμάρυνθο» μόνο στο επίπεδο των ΜΜΕ, της κακής χρήσης της τεχνολογίας, της μη επαρκούς επιμόρφωσης και της έλλειψης του αναγκαίου επιστημονικού προσωπικού σε κάθε σχολείο.[2]

 

 

Η συμμετοχή μας στις εκλογές των ΕΛΜΕ

Παρεμβαίνουμε στη εκλογική διαδικασία, θέλοντας να δηλώσουμε ότι τα λόγια αυτά μπορούν να γίνουν έργα, και εκτιθέμεθα στο σώμα των εκπαιδευτικών κάθε ΕΛΜΕ, τους οποίους και καλούμε να μας αξιολογήσουν συνολικά και επί μέρους.

Με την ψήφο μας ή/και τη συμμετοχή μας στα ψηφοδέλτια της «Πρωτοβουλίας» καλούμαστε να επηρεάσουμε τα της παιδείας, να παρέμβουμε θετικά στη δομή και λειτουργία της συνδικαλιστικής μας διάταξης.  Η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού τοπίου μέσω του ενιαίου στη βάση ψηφοδελτίου είναι αίτημα των εξελίξεων και των αναγκών της εποχής. Η «Πρωτοβουλία» χωρίς να απαξιώνει τον κομματικό λόγο, προτάσσει τον συνδικαλιστικό. Στη θέση ενός αποπολιτικοποιημένου λόγου ή στενών κλαδικών-συντεχνιακών διεκδικήσεων, προκρίνουμε τον συνδικαλισμό των εκπαιδευτικών-πολιτών, που θα εκφράσει δυναμικά κι αποτελεσματικά ένα διεκδικητικό και διεξοδικό λόγο για τα μείζονα και «ελάσσονα» πολιτικά ζητήματα της Παιδείας.

Μ’ αυτά τα κριτήρια και παρά το ρίσκο της ενσωμάτωσης μας στο τρέχον αντιπροσωπευτικό σύστημα, θέτουμε προς ανοιχτή πολιτική-τεχνική διερεύνηση, προτάσεις για την ανασυγκρότηση της συνδικαλιστικής δομής του κλάδου, όπως:

"Ένας ή δύο, να εκλέγονται από κάθε σχολείο με ενιαίο ψηφοδέλτιο, μετά να συγκροτείται το δευτεροβάθμιο όργανο όπου εκ των πραγμάτων θα διαμορφώνονται οι δικές μας πολιτικές πλατφόρμες-παρατάξεις, ενώ παράλληλα οι Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ θα ενισχύουν τον κυρίαρχο χαρακτήρα τους (και) στους κρίσιμους αγώνες του κλάδου. Στη συνέχεια το συνδικαλιστικό σχήμα να κορυφώνεται λειτουργικά στα τριτοβάθμια (ή και περαιτέρω) συντονιστικά & εισηγητικά όργανα".

 

       Το δημόσιο σχολείο μας ανήκει.  Δικαίωμα και υποχρέωσή μας, η διαφύλαξή του.

Αν η άρση από το τέλμα, η αξιοκρατία, η επαναφορά από τον τύπο στην ουσία φαντάζουν ουτοπία ή άκρατος ρομαντισμός,

τότε κάθε Πρωτοβουλία μας είναι εδώ, για να εξετάσουμε μήπως

 «ουτοπία» είναι η υποταγή της αξιοσύνης στη μετριότητα και στην ιδιωτεία και «ρομαντισμός» είναι το άλλοθι στη ραθυμία και στον εφησυχασμό.

 

Πρωτοβουλία εκπαιδευτικών για μια οριζόντια-αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική δράση

 

Θεσσαλονίκη, 4-12-2006

 

από το

" ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΜΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (1974-1982)

επιμ. Αρχ. Κουτσούρης

Κώδικας, Θεσσαλονίκη 2003

 

Κατερίνα Αρχελάου

 

Το παρόν κείμενο στηρίζουν μέχρι στιγμής:

1

Αργυράκης Παναγιώτης

Φυσικής Αγωγής

Λήμνος

2

Αρίδας Εμμανουήλ

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

3

Βαλαβάνης Αθανάσιος

Χημικός-Οργανοποιός-Μουσικός

Θεσσαλονίκη

4

Βαμβουκλή Μαρίζα

Μουσικός α/θμιας εκ/σης

Μυτιλήνη

5

Βασιλειάδης Δημήτριος

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

6

Βέτσος Βασίλειος

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

7

Βλέτσης Αντώνιος

Φιλόλογος

Θεσσαλονίκη

8

Ελευθεριάδης Ελευθέριος

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

9

Εξάρχου Καλλιόπη

Λέκτορας τμ. Γαλλικής Φιλολογίας ΑΠΘ

Θεσσαλονίκη

10

Ζυγούρας Στέργιος

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

11

Ιωαννίδου Κωνσταντούλα

Βιολόγος

Θεσσαλονίκη

12

Κεχαγιάς Ηλίας

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

13

Κοροβίνης Θωμάς

Συγγραφέας-Τραγουδοποιός-Φιλόλογος

Θεσσαλονίκη

14

Κρομμύδας Σταύρος

Διδάσκ. ΤΕΙ Ηπείρου-Τμήμα Λαϊκής & Παραδοσ. Μουσικής

Θεσσαλονίκη

15

Κουτσούρης Αρχέλαος

τ Πρόεδρος ΕΛΜΕ Θεσ/νίκης

Θεσσαλονίκη

16

Λαμπροπούλου Ουρανία

Διδάσκ. ΤΕΙ Ηπείρου-Τμήμα Λαϊκής & Παραδοσ. Μουσικής

Αθήνα

17

Λάσκαρης Σταύρος

Οικονομολόγος

Θεσσαλονίκη

18

Μακρή Αναστασία

Φιλόλογος

Θεσσαλονίκη

19

Μπουλάκη Ειρήνη

Φυσικός

Θεσσαλονίκη

20

Νευροκοπλή Βασιλική

Δασκάλα

Θεσσαλονίκη

21

Οσλιανίτου Θεοπίστη

Φιλόλογος

Θεσσαλονίκη

22

Παπαγιαννίδης Κωνσταντίνος

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

23

Παπαδοπούλου Ελένη

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

24

Παππάς Μιλτιάδης

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

25

Ρέμπας Μιχαήλ

Φιλόλογος

Μυτιλήνη

26

Σαρόγλου Αναστάσιος

Μαθηματικός

Θεσσαλονίκη

27

Σουργκούνης Σταύρος

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

28

Συμεωνίδης Χαράλαμπος

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

29

Τσόγιας Ραζάκοβ Ρουσλάν

Μουσικός

Θεσσαλονίκη

30

Τσιολχάς Δημήτρης

Διδάσκ. ΤΕΙ Ηπείρου-Τμήμα Λαϊκής & Παραδοσ. Μουσικής

Θεσσαλονίκη

31

Φιρλίγκος Θεόδωρος

Πολ. Μηχανικός Διδάσκ. ΤΕΕ

Μυτιλήνη

 

 

 

 

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

A΄ ΣΥΓΚΛΗΣΗ

Β΄ ΣΥΓΚΛΗΣΗ

Γ΄ ΣΥΓΚΛΗΣΗ

Β΄& Γ΄ ΣΥΓΚΛΗΣΗ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                     

       

 

 

 

 



[1] Βλ. ζήτημα «απόγνωσης γονέων», «επιστράτευσης γιαγιάδων-παππούδων» στην πρόσφατη απεργία των δασκάλων.

[2] Βλ. ανακοίνωση της ΟΛΜΕ για το περιστατικό στο Γυμνάσιο Αμαρύνθου Εύβοιας (7/11/06).