Ο εξαποδώ
του Ανδρέα Πανταζόπουλου* Ας το πούμε εξαρχής: στην
Ελλάδα, τα στρατόπεδα της παρακμής και της αντι-παρακμής
είναι τόσο διαπλεκόμενα που το ένα τρέφει το άλλο. Διαπλεκόμενα, όχι αναγκαστικά στις υπαρκτές αγοραίες τους σχέσεις,
αλλά, κυρίως, στις διανοητικές τους δομές και στην αντιπολιτική τους
αλαζονεία, που πάντα αποκρυσταλλώνεται σε αμοιβαίους κομφορμισμούς. Οι
αρνήσεις του καθενός δεν συνιστούν κριτικές στο άλλο, αλλά το συγκροτούν, το
γιγαντώνουν. Στην Ελλάδα η αντι-παρακμή φτιάχνει
την παρακμή. Η διαλεκτική του «μέσα» και του «έξω», των πολύμορφων
ελλειμμάτων στο εσωτερικό της χώρας και των εξωτερικών καταναγκασμών, γίνεται
αντικείμενο ταυτόσημης αντιμετώπισης και από τα δύο στρατόπεδα, παρά το
γεγονός ότι τα περιεχόμενα αυτής της αντιμετώπισης διαφέρουν. Στη μια
περίπτωση, ένθερμη προσχώρηση στο νέο, στην άλλη, φανατική άρνησή του. Και
τα δύο στρατόπεδα μεταφέρουν τον μύθο περί «δύο Ελλάδων».
Εκείνης που παρασιτεί και εκείνης που δημιουργεί, λένε οι αντιπαρακμιακοί.
Της Ελλάδας που αντιστέκεται, λένε οι παρακμιακοί.
Και τα δύο στρατόπεδα εκλαμβάνουν τον «εκσυγχρονισμό» ως αποτέλεσμα μιας
επείσακτης αγαθής αναγκαιότητας ή μιας εξωτερικά επιβαλλόμενης κόλασης. Ας
θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι ο Κ. Σημίτης όριζε την υπερ-μοντέρνα
Κεντροαριστερά του ως «έφοδο σε μια νέα πολιτική ήπειρο», πέρα και ενάντια σε
κάθε εγχώρια ιστορική κληρονομιά. Μίλησε κανείς για αντιπολιτική; Και ας
ξανασκεφθούμε ότι το αντιστασιακό μέτωπο στον εκσυγχρονισμό φτιάχθηκε, ας μη γελιόμαστε, πάνω σε μια άκρως ιδεολογικοποιημένη
καρικατούρα του, τον ανθελληνισμό του. Μίλησε
κανείς για αντιπολιτική; Αυτές
οι δύο αρνήσεις φτιάχνουν μια μεγάλη κατάφαση: συνεισφέρουν σε ένα επιτόπου
ποδοβολητό, σε μια εργαλειακή πρόσληψη είτε του
εκσυγχρονισμού είτε της αντίστασης σε αυτόν. Και οι δύο αυτές αρνήσεις έχουν
έναν κοινό παρανομαστή: δίνουν το πρόκριμα σε ό,τι έρχεται απέξω, για να το υιοθετήσουν ή να το
πολεμήσουν. Τα πολιτικά τους διακυβεύματα χρησιμοποιούν
προσχηματικά το «μέσα», το οποίο θεωρούν ως προέκταση εσωτερικής επέκτασης
ενός καταστατικού έξω: παράδεισος για τους μεν, κόλαση για του δε. Εξ ου και
η ηθική αντιμετώπιση των εκάστοτε προβλημάτων που προκύπτουν, καθώς και η
ανταλλαγή ηθικολογικών κατηγοριών. Απ' έξω μάς ήρθε η ανάγκη ο ταξιτζής να
κόβει αποδείξεις, δεν είναι αυτό το πρόβλημα, απαντούν οι οπαδοί της
αντίστασης στον διεθνή νεοφιλελευθερισμό, μιλήστε για τις τράπεζες. Το έξω
μας είναι το μέσα μας! Ετσι, ο εν λόγω ταξιτζής
τείνει να αναχθεί σε προνομιακή φιγούρα της καλής ετεροπαγκοσμιοποίησης,
ενώ το κίνημα των αποδείξεων νομίζει ότι πορεύεται την οδό της βεμπεριανής ηθικής της ευθύνης. Κούνια που τους κούναγε. Η
ύπαρξη μιας αβυσσαλέας απόστασης από την πραγματικότητα είναι ο βασικότερος
λόγος για τον οποίο και τα δύο αυτά στρατόπεδα αφήνουν επί της ουσίας την
κοινωνία αδιάφορη. Η τελευταία μοιάζει ακέφαλη στις σπασμωδικές της κινήσεις,
στις διαδοχικές ενοχοποιήσεις της, στις αλλεπάλληλες θυματοποιήσεις
της. Οι ψόγοι και τα εγκώμια που της απευθύνονται είναι η ειδική μορφή που
παίρνει κάθε φορά η παραίτηση των πολύμορφων ελίτ, με πρώτες τις πολιτικές,
από το καθήκον κατανόησης, εξήγησης του παρόντος και επέμβασης σε αυτό, όπως
αυτό το παρόν διατάσσεται μέσα στη χώρα. Μέσα στη χώρα, όχι έξω από αυτήν.
Γιατί ο εξαποδώ, εκσυγχρονιστικός ή αντιστασιακός,
όσο υπαρκτός και αν είναι, όσο αναγκαίος και αν είναι, δεν μπορεί να υπάρξει
χωρίς τη γονιμοποίησή του σε εγχώριες διανοητικές και κοινωνικές δυνάμεις.
Διαφορετικά, ο δρόμος για κάθε δαιμονοποίηση είναι
ανοικτός! 20-3-2010 * Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών
Επιστημών του ΑΠΘ Πηγή:
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ |